Traduction de "disputer" en grec

μαλώνω, διεκδικώ, αγωνίζομαι sont les meilleures traductions de "disputer" en grec.

disputer verb grammaire
+ Ajouter

dictionnaire français - grec

  • μαλώνω

    verb

    Je veux pas qu'on se dispute sans arrêt et finir aigrie.

    Δεν θέλω να μαλώνω συνέχεια και να καταλήξω πικραμένη.

  • διεκδικώ

    La revendication de Camelot pour les terres de Gedref a très longtemp été disputé.

    Το Κάμελοτ διεκδικεί κομμάτια γης του Γκέντρεφ, που είναι υπό αμφισβήτηση.

  • αγωνίζομαι

    verb

    Joyce et moi on se dispute sans cesse.

    Εγώ κι η Τζόις αγωνιζόμαστε σκληρά.

  • Traductions moins fréquentes

    • τσακώνομαι
    • διαφωνώ
    • καβγαδίζω
    • επιπλήττω
  • Afficher les traductions générées par algorithme

Traductions automatiques de " disputer " en grec

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similaires à "disputer" avec traductions en grec

  • διαμάχη · καβγαδίζω · τσακώνομαι
  • έριδα · αλληλοσπαραγμός · αμφισβήτηση · διένεξη · διαμάχη · διαπάλη · διαφωνία · καβγάς · καυγάς · λογομαχία · μαλώνω · τσακωμός · τσακώνομαι · φιλονικία · φιλονικώ
  • έριδα · αλληλοσπαραγμός · αμφισβήτηση · διένεξη · διαμάχη · διαπάλη · διαφωνία · καβγάς · καυγάς · λογομαχία · μαλώνω · τσακωμός · τσακώνομαι · φιλονικία · φιλονικώ
  • έριδα · αλληλοσπαραγμός · αμφισβήτηση · διένεξη · διαμάχη · διαπάλη · διαφωνία · καβγάς · καυγάς · λογομαχία · μαλώνω · τσακωμός · τσακώνομαι · φιλονικία · φιλονικώ
  • διαμάχη · καβγαδίζω · τσακώνομαι
Ajouter

Traductions de "disputer" en grec en contexte, mémoire de traduction