Traduction de "soigner" en grec

φροντίζω, περιποιούμαι, θεραπεύω sont les meilleures traductions de "soigner" en grec.

soigner verb grammaire

garder (un malade, un enfant) [..]

+ Ajouter

dictionnaire français - grec

  • φροντίζω

    verb

    Quelqu'un qui va soigner son esprit et son âme.

    Κάποιον που να φροντίζει και για το πνεύμα του.

  • περιποιούμαι

    verb

    Je les soigne, les renvoyant chez eux jusqu'à la prochaine fois.

    Τα περιποιούμαι και τα στέλνω σπίτι μέχρι την επόμενη φορά.

  • θεραπεύω

    verb

    Le garçon que j'avais soigné est parti avec moi.

    Το παιδί που είχα θεραπεύσει, ήρθε μαζί μου.

  • Traductions moins fréquentes

    • νοσηλεύω
    • γιατρεύω
    • περιθάλπω
    • γιατροκομώ
    • θεραπεία
    • διαφυλάσσω
    • διατηρώ
    • βοηθώ
    • κουράρω
    • νοιάζομαι
    • παρέχω βοήθεια
  • Afficher les traductions générées par algorithme

Traductions automatiques de " soigner " en grec

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similaires à "soigner" avec traductions en grec

  • Αλμυρή λίμνη
  • αλμυρός λειμώνας
  • Ευκαιρίες πωλήσεων της Microsoft
  • μισθός
  • αισχρός · ακάθαρτος · αλατισμένος · αλμυρός · βρομο- · βρόμικος · βρώμικος · γαμημένο · λερωμένος · παλιο- · ρυπαρός
  • αλάτι · αλατισμένος · αλατούχος · αλατώδης · αλμυρός · παστός
  • αλμυρά ύδατα · αλμυρό νερό
  • αλμυρός λειμώνας
Ajouter

Traductions de "soigner" en grec en contexte, mémoire de traduction